Μελέτες 2010 - Περιλήψεις - Κοινωνικές & Ανθρωπιστικές Επιστήμες
1. Κλινικοί, βιοχημικοί και γενετικοί συντελεστές της γνωστικής δυσλειτουργίας στην σχιζοφρένεια
Φορέας: Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής
Συντονιστής: Κόντης Δημήτριος, Ψυχίατρος, 1ο Ψυχιατρικό Τμήμα, Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής
- Φρυσίρα Ελένη, Επίκουρη Καθηγήτρια, Τμήμα Γενετικής, Νοσοκομείο Παίδων «Αγία Σοφία»
- Θεοχάρη Ειρήνη, Ειδικευόμενη Ψυχιατρικής. Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής
- Κλείσας Σπύρος, ΕιδικευόμενοςΨυχιατρικής, Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής
- Καλογεράκου Σταματίνα, Ψυχολόγος, Εργαστήριο ΠειραματικήςΨυχολογίας, Ψυχιατρική Κλινική Αθηνών, Αιγινήτειο Νοσοκομείο
- Ανδρεοπούλου Αγγελική, Ψυχολόγος, Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής
- Λαλίδου Αγγελική, Νοσηλεύτρια, Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής
- Γαζή Ανθία, Βιολόγος, Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής
- Σοφοκλέους Χρυσταλένα, Βιολόγος, Τμήμα Γενετικής Νοσοκομείο Παίδων «Αγία Σοφία»
Η γνωστική δυσλειτουργία είναι ένα από τα πυρηνικά χαρακτηριστικά της σχιζοφρένειας κι επηρεάζει σε σημαντικό βαθμό τη λειτουργικότητα των ασθενών. Στόχος της παρούσας μελέτης είναι η διερεύνηση των κλινικών, βιοχημικών και γενετικών συντελεστών αυτής της δυσλειτουργίας σε 92 χρόνιους ασθενείς με σχιζοφρένεια και 61 υγιείς μάρτυρες.
Οι δύο ομάδες εξετάστηκαν ως προς την απόδοσή τους σε γνωστικές δοκιμασίες που αφορούν νοημοσύνη, μνήμη κι εκτελεστικές λειτουργίες. Οι ασθενείς εμφάνισαν χειρότερη απόδοση στο σύνολο των δοκιμασιών. Στην ομάδα των ασθενών, η απόδοση στη χωροταξική μνήμη εργασίας παρουσίασε αρνητική συσχέτιση με τη διάρκεια νόσου ανεξαρτήτως ηλικίας. Η σχέση της γνωστικής λειτουργίας με τα ψυχοπαθολογικά συμπτώματα ήταν μικρή, εύρημα που επιβεβαιώνει ότι η πρώτη αποτελεί έναν ανεξάρτητο παράγοντα στη σχιζοφρένεια. Οι ασθενείς εξέφραζαν περισσότερα παράπονα για τις γνωστικές τους δυσχέρειες σε σχέση με τους υγιείς, τα οποία, ωστόσο, συνδέονταν περισσότερο με την ψυχοπαθολογία τους, παρά με την πραγματική γνωστική τους απόδοση.
Η ομοκυστεΐνη πλάσματος εμφάνισε μικρή σχέση με τη γνωστική απόδοση, όταν εξαιρέθηκε η επίδραση της ηλικίας. Τέλος, διαπιστώθηκε η ύπαρξη αλληλεπίδρασης των γενετικών πολυμορφισμών των γονιδίων COMT και MTHFR στη γνωστική απόδοση, εύρημα το οποίο έχει σημαντικές προεκτάσεις για την αιτιοπαθογένεια και την αντιμετώπιση της γνωστικής δυσλειτουργίας στη σχιζοφρένεια.
Τελική Έκθεση
2. Διαφθορά και Φοροδιαφυγή σε Οικονομίες με Δημόσια και Ιδιωτική Εκπαίδευση
Φορέας: Πανεπιστήμιο Μακεδονίας
Συντονιστής: Παλυβός Θεόδωρος, Καθηγητής, Τμήμα Οικονομικών Επιστημών, Πανεπιστήμιο Μακεδονίας
- Λίτινα Αναστασία, Διδάκτωρ, Τμήμα Οικονομικών Επιστημών, Πανεπιστήμιο Μακεδονίας
Η μελέτη αποτελείται από δύο επιστημονικά άρθρα. Στόχος του πρώτου άρθρου είναι να μελετήσει τη σχέση ανάμεσα στις διάφορες μορφές διαφθοράς και τη δημόσια εκπαίδευση, αλλά και να ερμηνεύσει πώς αλληλεπιδρούν διάφορες κοινωνικές ομάδες. Στόχος του δεύτερου άρθρου είναι να μελετήσει πώς η διαφθορά επηρεάζει τις δαπάνες και την ποιότητα της δημόσιας εκπαίδευσης, όταν παράλληλα υπάρχει και η επιλογή της ιδιωτικής εκπαίδευσης.
Το πρώτο άρθρο κατασκευάζει ένα υπόδειγμα επικαλυπτόμενων γενεών το οποίο απαρτίζεται από δύο κοινωνικές ομάδες, πολίτες και πολιτικούς. Μεταξύ των αποφάσεων των δύο ομάδων υπάρχουν στρατηγικές συμπληρωματικότητες, δηλαδή, όσο μεγαλύτερος είναι ο βαθμός διαφθοράς των πολιτικών που αναμένουν οι πολίτες, τόσο μεγαλύτερο είναι το ποσοστό φοροδιαφυγής που επιθυμούν να πραγματοποιήσουν. Αντίστοιχα, όσο μεγαλύτερο είναι το ποσοστό φοροδιαφυγής των πολιτών που αναμένουν οι πολιτικοί, τόσο μεγαλύτερο είναι το ποσοστό των δημοσίων εσόδων που επιθυμούν να καταχραστούν. Στη συνέχεια, εξετάζονται διάφοροι τρόποι αντιμετώπισης της διαφθοράς έτσι ώστε μια οικονομία που βρίσκεται σε κακή ισορροπία να μπορέσει να προσεγγίσει την καλή ισορροπία. Στόχος είναι να καταδειχθεί ότι, προκειμένου η οποιαδήποτε πολιτική κατά της διαφθοράς να είναι αποτελεσματική, πρέπει να εφαρμόζεται με τέτοιο τρόπο ώστε να στιγματίζει κοινωνικά τους παραβάτες.
Στο δεύτερο άρθρο το ενδιαφέρον εστιάζεται στην αλληλεπίδραση της δημόσιας και της ιδιωτικής εκπαίδευσης. Το ερώτημα που επιχειρείται να απαντηθεί είναι αν η ύπαρξη ιδιωτικής εκπαίδευσης επιδρά θετικά ή αρνητικά στην ποιότητα της δημόσιας εκπαίδευσης. Με βάση τα αποτελέσματα της μελέτης, δεν προσδιορίζεται μία μονοσήμαντη σχέση ανάμεσα στην ιδιωτική και τη δημόσια εκπαίδευση αλλά ουσιαστικά επισημαίνεται ότι το θεσμικό πλαίσιο μιας χώρας και ο βαθμός φοροδιαφυγής καθορίζουν εάν αυτή η σχέση θα έχει θετικό ή αρνητικό πρόσημο. Συχνά, μια αύξηση στην οικονομική ανισότητα οδηγεί στην αύξηση της δαπάνης για ιδιωτική εκπαίδευση.
Τελική Έκθεση
3. Ο Παράνομος Τύπος 1936-1974: Ψηφιοποίηση και θεωρητική μελέτη
Φορέας: Επιστημονική Εταιρεία «Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας» (ΑΣΚΙ)
Συντονιστής: Παπαθανασίου Ιωάννα, Ερευνήτρια-Ιστορικός, ΑΣΚΙ
- Καραμανωλάκης Βαγγέλης, Ερευνητής Ιστορικός, ΑΣΚΙ
- Βόγλη Ιωάννα, Ερευνήτρια-Ιστορικός, ΑΣΚΙ
- Ιορδανίδου Πωλίνα, Ερευνήτρια-Ιστορικός, ΑΣΚΙ
- Κουπαρίτσα Μαρία, Ερευνήτρια-Ιστορικός, ΑΣΚΙ
- Χριστοδούλου Αγγελική, Ερευνήτρια-Ιστορικός, ΑΣΚΙ
- Αυγερίδης Μάνος, Ερευνητής-Ιστορικός, ΑΣΚΙ
Η παρούσα μελέτη αποτελεί την πρώτη συστηματική καταγραφή των ποικίλων και ιδιότυπων εκφράσεων του Τύπου, ο οποίος κατάφερε να υπερβεί, σε έκτακτες συνθήκες και συχνά ανεξαρτήτως πολιτικού χρώματος, τις απαγορεύσεις και την υποχρεωτική λογοκρισία σε περιόδους όπως ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, η Αντίσταση και ο Εμφύλιος, αλλά και σε χρονικές στιγμές που συνδέθηκαν με δικτατορικά και αυταρχικά καθεστώτα. Αν και δεν είναι εξαντλητική, η καταγραφή και ψηφιοθέτηση των 1.912 τίτλων που τυπώθηκαν και διακινήθηκαν μέσα στην παρανομία ή στα όρια της νομιμότητας στοιχειοθετεί μια μοναδική στο είδος της συλλογή.
Η μελέτη καταρχάς περιλαμβάνει τον υποτιτλισμό, την ψηφιοθέτηση και την ανάρτηση στο διαδίκτυο περίπου 12.500 πρωτοσέλιδων παράνομων εντύπων και εντύπων που κυκλοφόρησαν σε καθεστώς ημιπαρανομίας την περίοδο 1936-1974 και βρίσκονται στις χαρτώες και ψηφιακές συλλογές των ΑΣΚΙ, τις σημαντικότερες και πλέον εκτεταμένες σχετικές συλλογές. Οι στατιστικές επεξεργασίες των στοιχείων της συλλογής με τα σχετικά γραφήματα, καθώς και η μελέτη που τα συνοδεύει, αναδεικνύουν τη φυσιογνωμία του παράνομου Τύπου, τους φορείς έκδοσής του, τη γεωγραφία του και τις ποικίλες διαδρομές του στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Ιδιαίτερη έμφαση δίδεται σε δυο περιόδους: α) στη γερμανική κατοχή και Αντίσταση και β) στην επτάχρονη δικτατορία της 21ης Απριλίου 1967, για τις οποίες υπάρχουν και ειδικές ενότητες.
Η μελέτη είναι επίσης διαθέσιμη στο: http://62.103.28.111/paranomos/index.html.
Τελική Έκθεση
4. Τεκμηρίωση της Ούρουμ, της γλώσσας του ελληνικού πληθυσμού στον Καύκασο
Φορείς: Πανεπιστήμιο του Πότσνταμ / Εθνικό & Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών /Πανεπιστήμιο της Βρέμης
Συντονιστής: Σκοπετέας Σταύρος, Γλωσσολόγος, Πανεπιστήμιο του Πότσνταμ
- Verhoeven Elizabeth, Γλωσσολόγος, Πανεπιστήμιο τηςΒρέμης
- Σελλά-Μάζη Ελένη, Καθηγήτρια Γλωσσολογίας, Τμήμα Τουρκικών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών
- Μαρκόπουλος Αθανάσιος, Καθηγητής Βυζαντινής Φιλολογίας, Τμήμα Φιλολογίας, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών
- Μαλικούτη Ευγενία, Φιλόλογος / Γλωσσολόγος, Τμήμα Τουρκικών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών
- Μπουντουράκη Σοφία, Δικηγόρος, Πτυχιούχος Τμήματος Τουρκικών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών
- Ιορδάνογλου Ευφροσύνη, Πτυχιούχος Τμήματος Τουρκικών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών
- Μωυσίδη Βιολέτα, Μεταφράστρια, Τιφλίδα, Γεωργία
Η Ουρούμ είναι μια γλώσσα που ομιλείται στον Καύκασο από έναν χριστιανικό πληθυσμό με ελληνική εθνική συνείδηση. Πρόκειται για Έλληνες της Ανατολίας που μετακινήθηκαν στον Καύκασο στις αρχές του 19ου αιώνα. Η γλωσσική κοινότητα συρρικνώνεται τα τελευταία χρόνια (περίπου 30.000 ομιλητές στη δεκαετία του 1980 και περίπου 1.500 σήμερα), λόγω των μετακινήσεων του πληθυσμού. Είναι λοιπόν επιτακτική ανάγκη να καταγραφεί η γλώσσα τους η οποία απειλείται από εξαφάνιση.
Για το σκοπό αυτό, το πρόγραμμα της μελέτης ανέλαβε το έργο της συγκέντρωσης γλωσσικού υλικού της Ουρούμ. Συγκεκριμένα:
(α) δημιουργήθηκε ένα βασικό λεξικό με στοιχεία διαφόρων θεματικών κατηγοριών,
(β) συγκεντρώθηκε ένα επιλεγμένο δείγμα προτάσεων για τη μελέτη της γραμματικής της γλώσσας,
(γ) έγινε μια συλλογή αφηγήσεων από δεκαέξι διαφορετικούς ομιλητές,
(δ) συλλέχθηκαν πληροφορίες κοινωνιογλωσσικού χαρακτήρα για τη χρήση της γλώσσας και τη στάση των ομιλητών έναντι αυτής.
Τα δεδομένα που συγκεντρώθηκαν (8.968 αρχεία ήχου και οι αντίστοιχες μεταγραφές) αποθηκεύθηκαν σε μια βάση δεδομένων που επιτρέπει την αναζήτηση σε χαρακτηρισμένα δεδομένα αυτού του τύπου. Όλα τα δεδομένα της έρευνας θα διατεθούν στο διαδίκτυο ούτως ώστε η επιστημονική κοινότητα να αποκτήσει πρόσβαση στο δυσεύρετο αυτό γλωσσικό υλικό και να δημιουργηθεί ένας επιστημονικός διάλογος για τη μελέτη της γλώσσας αυτής και την κατανόηση της γραμματικής της.
Τελική Έκθεση
5. Άυλη Πολιτιστική Κληρονομιά και Βιοποικιλότητα: Εθνοβιολογική μελέτη στην περιοχή του Κίσσαμου στην Κρήτη
Φορείς: Πάρκο για τη Διάσωση της Χλωρίδας και της Πανίδας, Πολυτεχνείο Κρήτης/Μουσείο Φυσικής Ιστορίας της Κρήτης, Πανεπιστήμιο Κρήτης
Συντονιστής: Σκουλά Μελπομένη, Βιολόγος / Βοτανολόγος, Πάρκο Διάσωσης Χλωρίδας και Πανίδας, Πολυτεχνείο Κρήτης
- Σαρπάκη Ανάγια, Αρχαιολόγος / Αρχαιοβοτανολόγος
- Dal Cin d’ Agata, Costanza, Βιολόγος / Βοτανολόγος, Πάρκο Διάσωσης Χλωρίδαςκαι Πανίδας, Πολυτεχνείο Κρήτης
- Γεωργιακάκης Παναγιώτης , Βιολόγος / Ζωολόγος, Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Κρήτης, Πανεπιστήμιο Κρήτης
- Λυμπεράκης Πέτρος, Βιολόγος / Ζωολόγος, Μουσείο ΦυσικήςΙστορίας Κρήτης, Πανεπιστήμιο Κρήτης
Η άυλη πολιτιστική κληρονομιά περιλαμβάνει γνώσεις ανεπτυγμένες από τους ανθρώπους μέσα από την αλληλεπίδρασή τους με τη φύση. Η περιοχή του Κισσάμου, βρίσκεται στα βορειοδυτικά της Κρήτης, φιλοξενεί πάνω από το 1/3 της Κρητικής χλωρίδας (720 είδη) και περί τα 300 πτηνά και σχεδόν όλα τα χερσαία θηλαστικά, ερπετά και αμφίβια της Κρήτης.
Στην παρούσα μελέτη συγκεντρώθηκαν πληροφορίες για 163 αυτοφυή φυτικά είδη, που συνιστούν το 22% της χλωρίδας της περιοχής, και 42 καλλιεργούμενα φυτικά είδη. Έγινε αναφορά σε 95 αυτοφυή εδώδιμα, 60 φαρμακευτικά, αρκετά βαφικά, εντομοαπωθητικά, φυτά για πλέξιμο καλαθιών, ψάθας, γέμισμα στρωμάτων, ξύλα για κατασκευές, σκεύη και εργαλεία, κόλλες και παιχνίδια. Επίσης, συγκεντρώθηκαν πληροφορίες για αράχνες, σκορπιούς, έντομα, ερπετά, πουλιά και θηλαστικά. Αν εξαιρέσουμε τις χρήσεις για τροφή, οι υπόλοιπες πληροφορίες είναι πλέον μόνο αναμνήσεις, αλλά, δυστυχώς, η μνήμη διαβρώνεται και συγχέεται, οπότε απαιτούνται διασταυρώσεις για να συντεθεί μια πληροφορία.
Από τις παλιές ποικιλίες καλλιεργούμενων φυτών, βρέθηκε, μεταξύ άλλων, ένα σπάνιο πια όσπριο, το μαναρώλι, το Lathyrus clymenum, το είδος από το οποίο προέρχεται η φάβα της Σαντορίνης, και που καλλιεργείτο συστηματικά από το 2000 π.Χ. μέχρι σήμερα. Διαπιστώθηκε ότι οι ίδιοι οι άνθρωποι που κατέχουν τις παραδοσιακές γνώσεις έχουν χαμηλή εκτίμηση για αυτές, οπότε είναι κατανοητό γιατί οι νεώτερες γενιές είναι πλέον εντελώς αδιάφορες. Η παρούσα μελέτη έδειξε ότι η αλληλεπίδραση μεταξύ ανθρώπων και φύσης στο παρελθόν ήταν τόσο στενή, ώστε υποχρέωνε τους ανθρώπους να βρίσκουν τρόπους να διαχειρίζονται τους πόρους για να τους διατηρήσουν, τόσο για τους ίδιους όσο και για τους απογόνους τους.
Τελική Έκθεση
6. Το κέντρο της Αθήνας και ο μετασχηματισμός του. Πώς η τέχνη μπορεί να συμβάλλει;
Φορέας: Δίκτυο Νομαδική Αρχιτεκτονική
Συντονιστής: Τζιρτζιλάκη Ελένη, Δρ. Αρχιτέκτων, Δίκτυο Νομαδική Αρχιτεκτονική
- Αλεξανδρή Γεωργία, Υποψήφια Διδάκτωρ Αστικής Γεωγραφίας, Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο
- Χανδέλης Στέφανος, Καλλιτέχνης, Δίκτυο Νομαδική Αρχιτεκτονική
- Πέτρου Πέτρος, Καλλιτέχνης, Δίκτυο Νομαδική Αρχιτεκτονική
Η μελέτη εστιάζει στην ανάλυση της συνύπαρξης και της παράλληλης εξέλιξης των κοινοτήτων των μεταναστών που κατοικούν στο ιστορικό κέντρο της Αθήνας με την πολιτιστική και την τουριστική ανάπτυξη της περιοχής.
Το κεντρικό ζήτημα είναι εάν η αρχιτεκτονική και οι τέχνες γενικότερα έχουν τη δυνατότητα να συνεισφέρουν στην αναβάθμιση του ιστορικού κέντρου, δείχνοντας παράλληλα σεβασμό προς τις ανάγκες των ευαίσθητων πληθυσμών που κατοικούν εκεί. Η μεθοδολογία της μελέτης βασίστηκε στην ανάλυση δεδομένων που έχουν συλλεχθεί με επιτόπια έρευνα (χαρτογράφηση των διαφόρων χρήσεων της γης, μελέτες των εμπλεκόμενων ενδιαφερόμενων) έτσι ώστε να προκύψει μια πρόταση κοινωνικά δίκαιης και φιλικής προς το περιβάλλον αναδόμησης της περιοχής μέσω πολιτιστικών και αρχιτεκτονικών παρεμβάσεων.
Στο πλαίσιο της μελέτης, διερευνήθηκε ο μετασχηματισμός του κέντρου της Αθήνας μέσα από τις αντιφάσεις του και διαπιστώθηκε η έλλειψη λειτουργίας των θεσμών. Επιπλέον, διερευνήθηκε ο ρόλος της τέχνης καθώς και οι δυνατότητές της μέσα από νέες πρακτικές να συμβάλει στη συγκατοίκηση και στο πολλαπλό ανήκειν.
Τελική Έκθεση
7. Συλλογικές Μνήμες μιας Πόλης στον Χώρο και τον Χρόνο
Φορέας: Ιόνιο Πανεπιστήμιο
Συντονιστής: Χριστοπούλου Ελένη, Διδάσκουσα, Τμήμα Πληροφορικής, Ιόνιο Πανεπιστήμιο
- Ρίγγας Δημήτριος, Υποψήφιος Διδάκτωρ, Τμήμα Πληροφορικής, Ιόνιο Πανεπιστήμιο
- Μικάλεφ Κωνσταντίνος, Φοιτητής, Τμήμα Τεχνών Ήχου και Εικόνας, Ιόνιο Πανεπιστήμιο
- Ασωνίτης Σπυρίδων, Καθηγητής, Τμήμα Αρχειονομίας και Βιβλιοθηκονομίας, Ιόνιο Πανεπιστήμιο
- Στεφανιδάκης Μιχάλης, Λέκτορας, Τμήμα Πληροφορικής, Ιόνιο Πανεπιστήμιο
- Αναγνώστου Κωνσταντίνος, Διδάσκων, Τμήμα Πληροφορικής, Ιόνιο Πανεπιστήμιο
- Χωριανόπουλος Κωνσταντίνος, Λέκτορας, Τμήμα Πληροφορικής, Ιόνιο Πανεπιστήμιο
Η αστική μνήμη αποτελεί μια μορφή συλλογικής μνήμης που δημιουργείται για έναν τόπο μέσα στο χρόνο. Οι αναμνήσεις περνούν από γενιά σε γενιά μέσω των αφηγήσεων και των μαρτυριών για σημαντικά γεγονότα που συνέβησαν στο παρελθόν και τα οποία συνήθως αφορούν το περιορισμένο ακροατήριο των μελών της οικογένειας ή μέλη παρόμοιων μικρών κοινωνικών ομάδων. Το αποτέλεσμα είναι να απομονώνονται οι πολύτιμες αυτές μνήμες, χωρίς να αλληλεπιδρούν ώστε να δημιουργήσουν συλλογικές μνήμες και τελικά να χάνονται με το πέρασμα του χρόνου.
Η μελέτη οδήγησε στη δημιουργία ενός περιβάλλοντος καταγραφής, αποτύπωσης και αξιοποίησης της μνήμης μιας πόλης. Το περιβάλλον αξιοποιήθηκε στην πόλη της Κέρκυρας προσφέροντας τη δυνατότητα υλοποίησης εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων. Οι μνήμες που καταγράφηκαν εντάσσονται σε κατάλληλο χρονικό, χωρικό και θεματικό πλαίσιο μέσα από το σημασιολογικό χαρακτηρισμό τους. Η πρόσβαση σε αυτές είναι εφικτή μέσα από διαδραστικούς διαδικτυακούς χάρτες, με στόχο τη διευκόλυνση των τελικών χρηστών στην εξέταση της αστικής συλλογικής μνήμης μέσω των διαστάσεων του χρόνου και του χώρου. Επιπλέον, μέσα από κινητές συσκευές ο χρήστης μπορεί να δει τις μνήμες να αποτυπώνονται στο αστικό περιβάλλον, καθώς αυτός περιηγείται μέσα σε αυτό. Μέσα από τους παραπάνω τρόπους πρόσβασης αξιοποιούνται στοιχεία από το προφίλ του χρήστη και τη θέση όπου βρίσκεται έτσι ώστε να παρουσιάζονται οι περισσότερο σχετικές μνήμες.
collectivecitymemory.net





